УСЛОВНЫЙ
УСЛОВНЫЙ nədir, Rusca nə məna gəlir, Yunanca УСЛОВНЫЙ nə mənasıdır? Rusca - Yunanca
условный 1) συνθηματικός, συμβατικός 2) грам. υποθετικός
условн||ыйприл 1. συνθήματικός, συμβατικός: \~ый знак τό σήμα· \~ый сигнал τό σύνθημα· 2. (с условием) συμβατικός, συμφωνημένος, ὑπό ὅρους: \~ое согласие ἡ ὑπό ὅρους συγκατάθεση· \~ый приговор юр. καταδίκη μέ ἀναστολή· 3. (общепринятый) τυπικός, καθιερωμένος· 4. (относительный) σχετικός· б. (несуществующий) ὑποθετικός, φανταστικός, νοερός: провести \~ую линию на карте κάνω στόν χάρτη ὑποθετική γραμμή· в. иск. συμβατικός· 7. грам. ὑποθετικός: \~ое наклонение ἡ ὑποθετική ἔγκλιση {-ις}· ◊ \~ый рефлекс τό ἐξαρτη-μένο{ν} ἀντανακλαστικό{ν}.
Rusca - Yunanca lüğətdə Rusca УСЛОВНЫЙ sözünün Yunanca mənası nədir? Rusca dilindəki УСЛОВНЫЙ sözünün Yunanca dilindəki mənasını yuxarıda oxuya bilərsiniz.
Was this article helpful?
93 out of 132 found this helpful