БОЕВОЙ

БОЕВОЙ nədir, Rusca nə məna gəlir, Yunanca БОЕВОЙ nə mənasıdır? Rusca - Yunanca

боевой 1) μαχητικός, πολε μικός 2) (смелый) τολμηρός

боев||ойприл 1. πολεμικός, μαχητικός: \~ые деиствия οἱ ἐχθροπραξίες, οἱ πολεμικές ἐπιχειρήσεις; \~ая подготовка ἡ στρατιωτική ἐκπαίδευση; \~ая задача ὁ πολεμικός σκοπός, ἡ πολεμική ἀποστολή; \~ое снаряжение ἡ ἐξάρτηση, ὁ ὁπλισμός; \~ порядок ἡ παράταξη μάχης; \~ые заслуги οἱ πολεμικές ὑπηρεσίες; \~ые отличия τά πολεμικά παράσημα; \~ая тревога ὁ συναγερμός; \~ое крещение τό βάπτισμα τοῦ πυρός; \~ товарищ ὁ συμπολεμιστής, ὁ συμμαχητής; быть в \~ готовности εἶμαι ἐτοιμοπόλεμος; 2. перен μαχητικός, πολεμικός / φιλοπόλεμος (воинственный): \~ дух τό μαχητικό πνεΰμα.


Rusca - Yunanca lüğətdə Rusca БОЕВОЙ sözünün Yunanca mənası nədir? Rusca dilindəki БОЕВОЙ sözünün Yunanca dilindəki mənasını yuxarıda oxuya bilərsiniz.

Was this article helpful?

93 out of 132 found this helpful